Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Η Νιγρίτα και η Βισαλτία τίμησαν τους σφαγιασθέντες του ολοκαυτώματος του 1913 (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ)

Η 18η Ιουνίου έχει αναγνωρισθεί πρόσφατα από το Δημοτικό Συμβούλιο Νιγρίτης ως ημέρα μνήμης του ολοκαυτώματος της Νιγρίτης και ευρύτερα της περιοχής της Βισαλτίας κατά τον 2ο Βαλκανικό πόλεμο 1913...

Την Κυριακή 17 Ιουνίου, 105 χρόνια μετά τα τραγικά γεγονότα, τελέσθηκε η θεία Λειτουργία και η επιμνημόσυνη δέηση στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Νιγρίτης. Ο επίκουρος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ Ιωάννης Μπάκας με

εμπεριστατωμένη ομιλία του αναφέρθηκε στα γεγονότα του ολοκαυτώματος. Αμέσως μετά ο ιερός κλήρος της πόλεως, οι αρχές και πλήθος λαού μετέβησαν στο μνημείο του απελευθερωτού της Νιγρίτας καπετάν Γιώργη Γιαγκλή και κατέθεσαν στεφάνια στη μνήμη των «αδίκω θανάτω τελειωθέντων» του ολοκαυτώματος της Βισαλτίας. Η τελετή έληξε με την ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου.

Παρεβρέθησαν η Δήμαρχος Βισαλτίας κ. Αγνή Δουβίτσα, οι Βουλευτές Σερρών κ. Φωτεινή Αραμπατζή και κ. Μιχάλης Τζελέπης, ο Αντιπεριφερειάρχης Σερρών κ. Ιωάννης Μωϋσιάδης, ο Περιφερειακός Σύμβουλος Σερρών κ. Αθανάσιος Μασλαρινός, εκπρόσωπος του Αστυνομικού Διευθυντού Σερρών, ο Διοικητής του πυροσβεστικού κλιμακίου Νιγρίτης, περιφερειακοί και Δημοτικοί σύμβουλοι, Πρόεδροι τοπικών κοινοτήτων της Βισαλτίας και πλήθος κόσμου.

Το εσπέρας της ίδιας ημέρας στον αύλειο χώρο του αιωνόβιου Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Νιγρίτας, στη σκιά του μνημειακού καμπαναριού, ἐλαβε χώρα εκδήλωση λόγου και τέχνης που διοργανώθηκε από τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Νιγρίτης με την συνεργασία του δήμου Βισαλτίας. Την εκδήλωση με γενικό τίτλο ¨Η μνήμη ξυπνά, δίπλα στον αυτόπτη μάρτυρα του ολοκαυτώματος¨, άνοιξε η δήμαρχος Βισαλτίας κ. Αγνή Δουβίτσα. Στη συνέχεια ο λόγος δόθηκε στον Αιδεσ. Πρωτ. Γεώργιο Κελεμπέκη, ο οποίος περιέγραψε με συγκινησιακή φόρτιση και με ιστορική τεκμηρίωση τα γεγονότα του ολοκαυτώματος της Νιγρίτας και της ευρύτερης περιοχής από τους Βουλγάρους, το οποίο άφησε πίσω του πάνω από 500 νεκρούς και περισσότερα από 1.700 καμένα σπίτια στη Νιγρίτα αλλά και σε όλα τα χωριά της Βισαλτίας. Αμέσως μετά τον λόγο έλαβε ο κύριος ομιλητής της εκδηλώσεως κ. Σάββας Καλεντερίδης, συνταγματάρχης ε.α., γεωπολιτικός και στρατιωτικός αναλυτής. Ο κεντρικός ομιλητής εξιστόρησε τις γεωπολιτικές πτυχές της γενοκτονίας των Τούρκων κατά του Ελληνισμού στην Μικρά Ασία, Πόντο και Θράκη και την Τουρκική επιθετικότητα σήμερα. Στη συνέχεια προβλήθηκαν αποσπάσματα της ομιλίας του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου που αναφέρονταν στη Μακεδονία. Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης εκλήθη στο βήμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγος. Κατά την προσλαλιά του επαίνεσε τους συντελεστές της επιτυχημένης αυτής διοργάνωσης και απηύθηνε πατρικούς λόγους στο πολυπληθές ακροατήριο ευχαριστώντας τον κεντρικό ομιλητή κ. Σάββα Καλεντερίδη για την παρουσία του και την εποικοδομητική ομιλία του. Ο Σεβ. Ποιμενάρχης των Σερρών ολοκληρώνοντας τον χαιρετισμό του εξέφρασε την πικρία και την έντονη ανησυχία του για τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, επαναλαμβάνοντας με νόημα τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, οι οποίοι ως είπεν είναι τόσο επίκαιροι σήμερα: «Ἐ­ρω­τᾶς πῶς τὰ ἡ­μέ­τε­ρα. Καὶ λί­αν πι­κρῶς. Ἔρ­ρει (χάθηκαν) τὰ κα­λά, γυ­μνά τά κα­κά, ὁ πλοῦς ἐν νυ­κτί, πυρ­σὸς οὐ­δα­μοῦ, Χρι­στὸς κα­θεύ­δει». Ἁ­γ. Γρη­γο­ρίου Θε­ο­λό­γου. Ἐ­πι­στο­λὴ 80ῃ, Εὐ­δο­ξί­ῳ ρή­το­ρι, PG 37,153.

Κατά την εκδήλωση τραγούδησαν επίκαιρα τραγούδια οι χορωδίες του Πνευματικού κέντρου του δήμου Βισαλτίας υπό την διεύθυνση του κ. Αστερίου Γούναρη, του Συλλόγου Νιγριτινών Θεσσαλονίκης υπό την διεύθυνση του κ. Ιωάννη Βαγενά και του Κ.Α.Π.Η. Νιγρίτας υπό την διεύθυνση του κ. Δημητρίου Τζένου.

Στην εκδήλωση μνήμης παρεβρέθησαν εκτός του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Θεολόγου και της Δημάρχου Βισαλτίας κ. Αγνής Δουβίτσα, ο Αντιπεριφερειάρχης Σερρών κ. Ιωάννης Μωϋσιάδης, ο Αρχηγός της μείζονος αντιπολιτεύσεως του δήμου Βισαλτίας κ. Δημήτριος Καλαϊτζής, πολλοί Δημοτικοί και τοπικοί Σύμβουλοι από όλη την περιοχή και εκατοντάδες ανθρώπων που επλήρωσαν το προαύλειο του Ναού.

Η ομιλία του π.Γεωργίου Κελεμπέκη:

Η τοπική ιστορία της Νιγρίτας αλλά και της ευρύτερης περιοχής έχει πολλά γεγονότα να εξιστορήσει. Γεγονότα χαρούμενα, ένδοξα, ηρωικά, τραγικά, δυστυχή, πονεμένα και αιματοβαμμένα. Το τραγικότερο όμως γεγονός που συνέβη στον τόπο αυτόν δεν είναι άλλο από το άγνωστο σε πολλούς ολοκαύτωμα της Νιγρίτας. Δεν είναι τυχαίος ο όρος που χρησιμοποιούμε. Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα ολοκαύτωμα που έζησε η πόλη της Νιγρίτας, αλλά και ολόκληρη η Βισαλτία σχεδόν, με τους κατοίκους της κατά τον 2ο βαλκανικό πόλεμο.

Πριν αναφερθούμε σ΄αυτό καθ΄αυτό το ολοκαύτωμα θα ήθελα να αναφερθώ στο ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας την εποχή εκείνη. Η αναφορά αυτή ας είναι στεφάνι στη μνήμη του μακαριστού Μητροπολίτου Σερρών Αποστόλου Χριστοδούλου, που τον καιρό εκείνο ήταν ο πηδαλιούχος και πνευματικός πατέρας της τοπικής μας Εκκλησίας. Είναι λοιπόν σημαντικό να αναφερθεί πως και η τοπική Εκκλησία διά του Ποιμενάρχου αλλά και των ιερέων ήταν μπροστά στις επάλξεις του αγώνα για την λευτεριά. Ιδιαίτερα όμως κατά την περίοδο από το βράδυ της 23ης Οκτωβρίου 1912, που ο καπετάν Γιαγκλής με το υπό αυτόν σώμα προσκόπων απελευθέρωσε τη Νιγρίτα και στη συνέχεια την ευρύτερη περιοχή, ο Μητροπολίτης Σερρών Απόστολος Χριστοδούλου βρίσκεται στο πλευρό του δοκιμαζόμενου ποιμνίου του στην δυτική πλευρά του Στρυμόνος. Από τις 24 Νοεμβρίου και μέχρι το τέλος του χρόνου, ο ακούραστος και άξιος ποιμενάρχης εντείνει την παρουσία του στη Βισαλτία, περιοδεύοντας ακατάπαυστα στην περιοχή της Νιγρίτας. «Κατά την άφιξίν μου εις τα χωρία», γράφει στο ημερολόγιό του, «εξήρχοντο οι κάτοικοι, Έλληνες και Τούρκοι, ιστάμενοι οι μεν εκ δεξιών οι δε εξ αριστερών… Εδεχόμην πρώτον τους Τούρκους…Πάντες δε οι Τούρκοι ενθουσιωδώς εξεφράζοντο περί της ευγενούς προς αυτούς συμπεριφοράς των τε χωρικών και των Ελλήνων στρατιωτών…». Η Εκκλησία απέδειξε και τότε ότι βρίσκεται μπροστά κάθε φορά στον δίκαιο αγώνα των πιστών της. Πρώτη στον απελευθερωτικό αγώνα. Πρώτη στη στήριξη των δοκιμαζομένων, έστω και αν αυτοί ήταν ετερόθρησκοι και αλλόφυλοι. Πρώτη και σε εκείνες τις δύσκολες ημέρες της προσπάθειας για σταθερότητα της ειρήνης και της αδελφοσύνης στα φρεσκοαπελευθερωμένα Ελληνικά εδάφη.

Ας περάσουμε όμως στο ολοκαύτωμα. Το τετραήμερο από 17ης έως 20ης Ιουνίου 1913 έγιναν γεγονότα, τα οποία οι άνθρωποι που τα έζησαν, οι γονείς μας και οι παππούδες μας, δεν τα ξέχασαν ποτέ μέχρι που έφυγαν από αυτή τη ζωή. Δυο είναι τα τραγικά γεγονότα - αφορμές από εκείνο το τετραήμερο για να πενθούμε σήμερα.

1ο ΓΕΓΟΝΟΣ. Το πρωί της Τρίτης 17ης Ιουνίου, μετά την κανονιά που ακούστηκε στην ακόμη ήρεμη και ειρηνική Νιγρίτα εξελίχθηκε πανικός. Στα μάτια όλων των κατοίκων, κυρίως των μεγάλων αλλά και των μικρών, ζωγραφίσθηκε ο τρόμος και η φρίκη. Μία μόνο ιδέα κυριαρχούσε στο θολωμένο μυαλό τους, πώς να σωθούν και να μην πέσουν στα χέρια των αιμοβόρων εχθρών, τους οποίους ο καθένας στο σκοτισμένο μυαλό του έβλεπε να έρχονται. Δεν ήταν όμως εφιαλτική φαντασία. Ήταν τραγική πραγματικότητα! Ο καθένας έσπευδε να πάρει μαζί του ότι έβρισκε μπροστά του αδιαφορώντας για τον άλλον. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης κυριαρχούσε. Έβλεπε κανείς παιδιά με θρήνους και κλαυθμούς να ζητάνε τους γονείς τους, οι οποίοι μέσα στην παραζάλη τους τα είχαν λησμονήσει. Στην αρχόντισσα Νιγρίτα την ζηλευτή και ξακουστή κωμόπολη των Σερρών εξελίσσονταν ένα θέαμα που θα μπορούσε να συγκινήσει και την σκληρότερη καρδιά. Αρκετά παιδιά τα παρέλαβαν οι στρατιώτες και τα παρέδωσαν στις αρχές στο χωριό Μασλάρι-Αρέθουσα. Το καραβάνι ξεκίνησε… Οι πρόσφυγες Νιγριτινοί ξεκίνησαν από τη Νιγρίτα με προορισμό το ύψωμα του Σκεπαστού σχηματίζοντας φάλαγγα πλέον των 2 χιλιομέτρων. Θύμιζε νεκρική πομπή. Δεν άκουγε κανείς τίποτε περισσότερο μα και τίποτε λιγότερο από κοπετούς και θρήνους από μικρούς και μεγάλους. Μάλιστα όσο απομακρύνονταν από την πατρίδα τόσο ο πόνος γινόταν μεγαλύτερος. Πλέον ακόμη περισσότερο αισθάνονταν «την προ των πυλών» μεγάλη καταστροφή, της οποίας ήταν ήδη θύματα. Το οικτρότερο όμως θέαμα το παρουσίαζαν οι γέροντες που λόγω δυσκινησίας αναγκάζονταν να παραμείνουν στα σπίτια τους και αποχωρίζονταν σε κλίμα οδύνης τα παιδιά και τα εγγόνια τους που έφευγαν να σωθούν. Μια σκέψη κυριαρχούσε και στους αναχωρούντες και στους παραμένοντες· άραγε θα ξανασυναντηθούν;

Ποιος όμως θα χαθεί;

Αυτοί που έμενα στα σπίτια τους ή αυτοί που κίνησαν για το βουνό;

Πόσος ο πόνος του αποχωρισμού!

Πόσο πόνο να αντέξει η καρδιά εκείνων των ανθρώπων;

Οι γέροντες αποχωρίζονταν τα παιδιά τους, τα βλαστάρια που μεγάλωσαν για να έχουν αποκούμπι στα γεράματά τους. Τους είχαν για να τους κλάψουν σαν πεθάνουν! Τώρα ο θάνατος θα ήταν μαρτυρικός μα και μοναχικός. Και οι νεότεροι αποχωρίζονταν τους γονείς, τους παππούδες μα και τις περιουσίες που με τόσο κόπο είχαν δημιουργήσει. Άφηναν πίσω τα μεταξοσκώληκες, τα μεταξωτά υφάσματα που παρήγαγαν και πουλούσαν στην Ευρώπη, τα ζωντανά, τα αιγοπρόβατα, τις αγελάδες με τα μοσχαράκια τους, τις κότες τους, τα σκυλιά και τις γάτες τους, τα γέρικα άλογα και τα γαϊδουράκια, το βιός τους που είχαν αποθηκευμένο στα σπίτια τους, το νοικοκυριό τους ολόκληρο! Ό,τι κατάφεραν και μάζεψαν όλα τα προηγούμενα χρόνια μέσα στη σκλαβιά τους από τους Τούρκους για να έχουν στήριγμα στα γηρατειά τους. Εκείνη τη ώρα επικρατούσε η σκέψη πως επρόκειτο να πεθάνουν μακριά από αυτά που τους ανήκαν.

Πριν καλά καλά προλάβουν να βγούνε όλοι από τη Νιγρίτα βούλγαροι στρατιώτες και κομιτατζήδες όρμισαν σαν λυσσασμένα σκυλιά μέσα στη Νιγρίτα. Είχαν θολώσει τα μάτια τους! Ήθελαν να βιάσουν, να σκοτώσουν, να ληστεύσουν, να καύσουν, να καταστρέψουν… Η ακμάζουσα περιώνυμος κωμόπολη της Νιγρίτης, το κέντρο του εμπορίου για την περιοχή, με τα παραδοσιακά σπίτια μακεδονικού τύπου αφού καταληστεύθηκε τελικά παραδόθηκε στις φλόγες. Από την μανία των Βουλγάρων γλύτωσαν μόνο οι Εκκλησίες μα και αυτές έμειναν πληγωμένες από βομβαρδισμούς και καταλήστευση. Όλα τα σπίτια αποτεφρώθηκαν. Οι δολοφονημένοι Νιγριτινοί ξεπερνούσαν τους 470 σε σύνολο πληθυσμού της Νιγρίτας 3.600 ανθρώπων, σύμφωνα με την απογραφή του 1910. (Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της καταστροφής θέλω να αναφέρω ότι μετά από λίγες ημέρες κάηκε το μεγαλύτερο μέρος της πόλεως των Σερρών. Κατά την καταστροφή των Σερρών σκοτώθηκαν 100 άνθρωποι! Στην κωμόπολη της Νιγρίτας σκοτώθηκαν 470.) Οι περισσότεροι Νιγριτινοί διέφυγαν του ολοκαυτώματος και οδηγήθηκαν στο Μασλάρι, στο Σοχό και στη Χαλκιδική. Η κατάσταση όμως και εκεί ήταν απερίγραπτη. Έμειναν μόνο μερικές ημέρες. Δεν είχανε όμως τι να φάνε. Η οικογένεια της γιαγιάς μου πήγαν στο Μασλάρι. Οι φτωχοί κάτοικοι του χωριού μοιράζονταν μαζί με τους δικούς μας το ψωμί τους. Τραγικές οι συνθήκες για φιλοξενούντες και φιλοξενούμενους...

2ο ΓΕΓΟΝΟΣ. Στις 20 Ιουνίου 1913 έχουμε το δεύτερο μέρος του δράματος. Τα Ελληνικά στρατεύματα μπήκαν στη Νιγρίτα, ακολουθούσε πίσω τους το καραβάνι των Νιγριτινών. Τα ερείπια της Νιγρίταν ακόμη κάπνιζαν. Ο καπνός φαινόταν από το Σαϊτά-Λαγκάδι.

Μπαίνοντας στην πόλη τίποτε δεν θύμιζε αυτό που άφησαν πίσω τους όταν έφευγαν. Το μόνο που ακούγονταν ήταν λυγμοί. Ακόμα και τα μωρά δεν τολμούσαν να κλάψουν. Πεινούσαν όμως. Είχαν μέρες όλοι τους να φάνε κανονικά. Μα οι εικόνες που έβλεπαν από τα πρώτα σπίτια ήταν ελεεινή. Σε όλες τις αυλές των σπιτιών υπήρχαν κρεμασμένα πτώματα κατακρεουργημένα. Σωρός τα ανθρώπινα μέλη ανακατεμένα με κομματιασμένα οικόσιτα ζώα. Περπατούσαν ανάμεσα στα καπνισμένα ερείπια μα δεν μπορούσαν να καταλάβουν καλά-καλά πού βρισκόταν τα σπίτια τους. Οι πατεράδες μη ξέροντας τι να πρωτοκάνουν έκλαιγαν ενώ οι μανάδες αγκάλιαζαν τα τρομαγμένα και σαστισμένα παιδιά τους και τα βουβά δάκρυά τους έτρεχαν σαν ποτάμι.

Ψάχναν τους παππούδες, τις γιαγιάδες αλλά και τους άλλους ανήμπορους, που αφήσαν πίσω τους. Μάταια όμως! Οι Βούλγαροι τους είχαν εκτελέσει, τους κρέμασαν και τους έκαψαν όλους! Ανθρώπινα μέλη κείτονταν παντού, σώματα κατακρεουργημένα και καμένα έβλεπες όπου γυρνούσες τα μάτια σου μαζί με σκοτωμένα ζώα, που είχαν την ίδια τύχη με τους ιδιοκτήτες τους. Ποιο κομμάτι ήταν τίνος;

Οι ανταποκριτές συνάντησαν στη Νιγρίτα 1.450 καμένα σπίτια αλλά και απανθρακωμένα λείψανα «αδίκω θανάτω τελειωθέντων» ανθρώπων και μετέδιδαν: «Μεταξύ των καπνιζόντων ερειπίων βλέπει τις εισέτι ανθρώπινα πτώματα. Οι καέντες κάτοικοι Νιγρίτης υπολογίζονται εις 470. Οι Βούλγαροι εβίασαν γυναίκας προ των τέκνων των, απηγχόνισαν παιδία και έσφαξαν γέροντας. Ο βάρβαρος πόλεμος ενέσκηψεν εις την Νιγρίταν, το δε θηρίον, ο Βούλγαρος, αφήκεν ελεύθερα τα ένστικτά του και τα πάθη του.»

Υπάρχει και ένας άλλος αριθμός θυμάτων σε αναφορά της 7ης ελληνικής Μεραρχίας. Σε αυτή την αναφορά τα θύματα της Νιγρίτας ανεβαίνουν σε 1.500 ανθρώπους.

Τα τραγικά γεγονότα όμως δεν σταματάνε εκεί. Συνεχίστηκαν και τις υπόλοιπες ημέρες. Τα παιδιά πεινούσαν, μα δεν υπήρχε τίποτα να φάνε! Ψάχνανε στα αποκαΐδια να βρούνε κάτι που τρώγονταν. Βρίσκανε κανένα καμένο κουτάλι και κανένα μισοσπασμένο πιάτο, και τα μαζεύανε… αυτά ήταν η αρχή για το νοικοκυριό τους! Οι άνδρες μάζεψαν τα μέλη και τα σώματα των εκτελεσθέντων και τα έθαψαν τιμώντας τους όπως μπορούσαν, μιμούμενοι την αρχαία πρόγονό τους την Αντιγόνη! Στη συνέχεια προσπαθούσαν να ταιριάξουν τα σπίτια τους για να βάλουν τις οικογένειές τους. Ποιος να βοηθήσει ποιόν εκείνη την ώρα; Όλοι στην ίδια μοίρα βρισκόταν! Μα και έτσι που ήταν, όλοι βοηθούσαν όλους! Αποτέλεσμα της φτώχειας, της δυστυχίας, και της πείνας ήταν να δώσουν αρκετές οικογένειες παιδιά τους για υιοθεσία σε φίλους συγγενείς και αγνώστους, άλλοι στη Νιγρίτα, άλλοι στα χωριά, στη Σέρρες και στη Θεσσαλονίκη!

Ο κος Γεώργιος Μπαρτζούδης στο πόνημά του για την ιστορική αλήθεια για τις μάχες Νιγρίτας – Τερπνής τον Φεβρουάριο του 1913 αναφέρει: «οι Βούλγαροι πυρπόλησαν τη Νιγρίτα και άλλα χωριά και διέπραξαν φρικαλεότητες σε βάρος του άμαχου πληθυσμού: «Από τα 470 θύματα της Νιγρίτας άλλα εσφάγησαν διά μαχαίρας και άλλα εκάησαν ζώντα. Εικοσιεννέα γυναίκες, αι περισσότεραι ...από την Τσαρπίσταν, εφονεύθησαν αφού εβιάσθησαν». Οικτρό τέλος είχαν οι υπερήλικες Σωτήριος ΠαπάΠασχάλης και Χατζή Βαγγέλης (που εγδάρη ζωντανός) ενώ «τον εκ Τσαρπίστης σεβάσμιον ιερέα Νικόλαον 105 ετών τον έσφαξαν αφού ...του εξώρυξαν τους οφθαλμούς». Στο Χούμκος πυρπόλησαν 55 σπίτια και στο Ξυλότρο 15 (όπου και κατακρεούργησαν 6 άμαχους). Κατέκαυσαν πλήρως τη Μέργιανη και 97 σπίτια στο Δημητρίτσι. Κατέσφαξαν αμάχους, πυρπόλησαν και εσύλησαν τις εκκλησίες σε Νιγκοσλάβη και Αβδαμάλ»).
Ο ιστοριοδίφης Καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριος Νομικός γράφει ένα χρόνο μετά τα τραγικά γεγονότα της 17-20 Ιουνίου του 1913 τις εμπειρίες των αυτοπτών μαρτύρων στρατιωτικών και πολιτών.

«…Οἱ Βούλγαροι εἰσελθόντες τήν πρωίαν τῆς 18ης Ἰουνίου εἰς τήν κωμόπολιν, τῇ ἀδείᾳ τῶν ἡγητόρων των ὡς πειναλέοι λύκοι, εἰς την λεηλασίαν και την καταστροφήν, ἔχοντες και τους ἀπαραίτητους κομιτατζῆδες. Εἰς ὅλων τάς μορφάς ἔβλεπέ τις μίαν ἔκφρασιν ἀγρίου μίσους ἀναμεμιγμένου μετά θηριώδους χαρᾶς, διότι ἔμελλον να λάβωσι την ἐκδίκησιν την ὁποίαν ἀπό τόσου καιροῦ ἐπόθουν.

Μἠ λησμονοῦντες το πάθημά των, καθ΄ὅ κακοί κακῶς τον Ἀπρίλιον τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐξεδιώχθησαν ἐκ τῆς Νιγρίτης, εἶχον ὀμώσει ἀγρίαν ἐκδίκησιν ἐάν ποτε ἤθελον ἐπανέλθει.

Και ἰδού ὅτι ἡ εὐκαιρία δεν ἐβράδυνε να παρουσιασθῇ.

Δεν ἀφῆκαν οὐδεμίαν οἰκίαν ἄθικτον· ἐισερχόμενοι εἰς αὐτάς ἥρπαζον και ἐλεηλάτουν ὅ,τι εὕρισκον· ἔσπαζαν θύρας και παράθυρα και ἔφευγαν ἀφίνοντες ὀπίσω τα μυσαρά ἴχνη τῆς διαβάσεως των. Τα καταστήματα τῆς κωμοπόλεως διηρπάγησαν και ἐγυμνώθησαν.

Ἐδίψων ἀγρίαν ἐκδίκησιν, και ἡ ἐκδίκησίς των αὕτη δεν περιωρίσθη κατά τῶν ἀψύχων, ἀλλ’ ἐπεξετάθη και ἐπί τῶν ἐμψύχων.

Κατά την ὑποχώρησίν των οι Βούλγαροι, βλέποντες ὅτι ἡ ἐκδίκησίς των δεν εἶχε συμπληρωθῆ και ὅτι θα ἄφιναν την Νιγρίτην λεηλατημένην μεν ἀλλά με τας οἰκοδομάς της, δεν ἐδίστασαν να την καύσωσι. Και τότε ἀρχίζει παιζόμενον το τελευταῖον ἀλλά και τραγικώτερον μέρος ταῦ δράματος.

Και διηγούνται ὅτι ὄχι μόνον οἱ στρατιῶται, ἀλλά και αὐτοί οἱ ἀξιωματικοί ἐβοήθησαν τους ὑποδεστέρους των εἰς το ἀπαίσιον ἔργον τῆς καταστροφῆς, μεταδίδοντες την πυράν εἰς το πετρέλαιον το ὁποῖον οἱ στρατιώταί των εἷχον ρίψει. Και ὡς δαίμονες ἐξώρμον διά μέσουν τοῦ καπνοῦ διά να ἐξακολουθήσουν το διαβολικόν ἔργον των, μέχρις ὅτου το πλεῖστον μέρος τῆς ὡραίας κωμοπόλεως, παρεδόθη εἰς τάς παμφάγους φλόγας αἵτινες ἀπετελείωσαν το ἄγριον ἔργον τῶν Βουλγάρων και συνεπλήρωσαν την ἐκδίκησίν των. Εὗρον οἰκοδομάς, καταστήματα, σχολεῖα, κήπους και ἄφησαν εἰς τους Ἕλληνας ἐρείπια καπνίζοντα και καιόμενα εἰσέτι και πτώματα φρικωδῶς ἠκρωτηριασμένα..»***

Ας δούμε όμως τα γεγονότα όπως τα περιγράφει ο πρώτος δημοσιογράφος που πήγε, είδε, διαπίστωσε και διεκτραγώδησε την καταστροφή της Νιγρίτας. Ήταν ο έκτακτος πολεμικός ανταποκριτής της Νταίηλυ Τέλεγκραφ, λοχαγός Τράπμαν. Εκεί βρήκε και τον «λοχία Βενιζέλο, γιο του πρωθυπουργού» (κατά πάσαν πιθανότητα πρόκειται για τον Σοφοκλή Βενιζέλο). Ο τότε δήμαρχος Νιγρίτας, Χατζη-Γιάννης Αποστόλου, του έδωσε έναν κατάλογο 470 φονευθέντων, 300 αγνοουμένων και 1450 πυρποληθέντων σπιτιών. Ο Τράπμαν θέλησε να επαληθεύσει με τα ίδια του τα μάτια τον αριθμό των θυμάτων: Έβαλε ένα συνεργείο να ψάχνει στα ερείπια των κατεστραμμένων σπιτιών. Στα πρώτα 4 σπίτια βρέθηκαν 13 νεκροί. Τότε σταμάτησε το ψάξιμο και εφάρμοσε τη γνωστή από τη στοιχειώδη εκπαίδευση «απλή μέθοδο των τριών»: Στα 4 σπίτια έχουμε 13 νεκρούς, άρα στα 1450 αντιστοιχούν 4713, πολλαπλάσια από αυτά που περιελάμβανε ο κατάλογος που του δόθηκε από τον Δήμαρχο. Και συμπέρανε επί λέξει: «άρα, αν δεχτούμε τον αριθμό που μας έδωσε ο Δήμαρχος δεν πρόκειται να υπερβάλουμε». Ο Τράπμαν λοιπόν κλείνει την αφήγηση του λέγοντας «…Ὀλίγον μέ ἐκπλήσσει τό ὅτι αἱ ἱστορίαι αὖται τῆς ἀγριότητος δέν γίνονται πιστευταί, διότι ὄντως εἶναι ἀπίστευτοι, καί μόνον ὅταν σπουδάσῃ τις τόν βουλγαρικόν χαρακτῆρα δύναται νά ἐννοήση πῶς τοιαῦτα ὄργια αἱμοβορίας ἦσαν δυνατά…».

Μετά το ολοκαύτωμα λοιπόν της 18 Ιουνίου του 1913 η Νιγρίτα ποτέ δεν θα ξαναγίνει η ίδια…

Αυτά είναι τα τραγικά γεγονότα του τετραημέρου από 17-20ης Ιουνίου τα οποία δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ! Γιατί σαν λησμονήσεις την ιστορία σου να΄σαι έτοιμος να ξαναζήσεις τα δεινά που αντιμετώπισαν οι πρόγονοί σου!

Θα θέλαμε από το βήμα αυτό να ευχαριστήσουμε όλους όσους συνετέλεσαν στην επιτυχή ολοκλήρωση των ως άνω επετειακών εκδηλώσεων:
Την δήμαρχο και το δημοτικό συμβούλιο Βισαλτίας για την σύσσωμη αναγνώριση του ολοκαυτώματος του 1913 αλλά και την υποστήριξη στην διοργάνωση των εκδηλώσεων.
Τον αστυνομικό διευθυντή Σερρών και τον διοικητή του Αστυνομικού τμήματος Νιγρίτας για τα υποδειγματικά μέτρα τάξης που τηρήθηκαν.
Τον κεντρικό μας ομιλητή της εσπερινής εκδηλώσεως κ. Σάββα Κελεντερίδη, συνταγματάρχη ε.α. - γεωπολιτικό και στρατιωτικό αναλυτή.
Τον ελλογιμώτατο ομιλητή κατά την επιμνημόσυνη δέηση κ.Ιωάννη Μπάκα, επίκουρο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Την κα. Λένια Ιωαννίδου για την επιτυχημένη παρουσίαση της εκδήλωσης.
Τους διευθυντές και τους χορωδούς των τριών χορωδιών που τραγούδησαν κατά την εκδήλωση.
Τους λοιπούς εκπροσώπους των αρχών και των φορέων που με οιονδήποτε τρόπο βοήθησαν στην επιτυχή ολοκλήρωση των εκδηλώσεων μνήμης για το ολοκαύτωμα.
Όλους τους Νιγριτινούς και Βισαλτινούς, που με την αθρόα προσέλευσή τους στις εκδηλώσεις τίμησαν τη μνήμη των "ἀδίκῳ θανάτῳ τελειωθέντων" προγόνων μας.

Η Κυριακή πρό ή μετά την 18 Ιουνίου εκάστου έτους θα είναι πλέον αφιερωμένη στο ολοκαύτωμα της Νιγρίτας και της ευρύτερης περιοχής. Και φυσικά η ημέρα αυτή θα διανθίζεται με εκδηλώσεις μνήμης, με σκοπό η μνήμη των αγρίως δολοφονηθέντων αλλά και της καταστροφής της ανθούσης τότε Νιγρίτας και των χωριών της να παραμείνει αιώνια. Όχι βέβαια για να συντηρούνται πάθη και μίση αλλά για να τιμούμε την ιστορία μας, να ξέρουμε τι έπαθε ο λαός μας και τι έχασε! Εννοείται πως οι παραλείψεις της πρώτης φοράς θα διορθωθούν την επόμενη.


Δείτε εδώ πλούσιο φωτογραφικό υλικό απ' τις εκδηλώσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου